Στα ποιήματα του Σταμάτη Πολενάκη η διακειμενικότητα, με την ευρεία έννοια του όρου που υπερβαίνει το κειμενικό, συντονίζεται με την Ιστορία. Η αγαπημένη του Κάφκα, Μίλενα, με τη Ναστάσια Φιλίποβνα από τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, τον Εϊλερτ Λέβμποργκ της Εντα Γκάμπλερ, τον Ανδρέα Κάλβο και τον Ταρτίνι συγχορδίζονται με τον ελληνικό και τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο πόλεμο, τη Λατινική Αμερική, την αδικία και την καταπίεση που ο Μαρξ -τον οποίο μεταξύ άλλων πολλών αποχαιρετά ο ποιητής- δεν κατάφερε να εξαλείψει: «Και χύνω δάκρυα για τους σακάτηδες προλετάριους αυτού του κόσμου και του άλλου και όλων των πιθανών κόσμων που ποτέ δεν έχασαν τις αλυσίδες τους». Οι τρεις ενότητες των ποιημάτων διαγράφουν τον κύκλο της δημιουργίας, από τον λόγο της αρχής ώς τα γαλάζια άλογα που κατέλιπε ο Φραντς Μαρκ, μαζί με άλλα πολλά, κίτρινα, κόκκινα, πολύχρωμα, όταν τριάντα έξι χρόνων σκοτώθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ακολουθώντας τον φίλο του Αουγκουστ Μάκε ο οποίος είχε σκοτωθεί λίγους μήνες νωρίτερα.
Τα πεζόμορφα ποιήματα εναλλάσσονται με τον ελεύθερο στίχο καθώς ο Πολενάκης αναζητεί το νόημα της ζωής μέσα από την τέχνη και το νόημα της τέχνης σε σχέση με τη ζωή. Στον πυρήνα της προβληματικής του, «το περί υπάρξεως αγωνιώδες ερώτημα» στο οποίο «δεν είναι σε θέση να απαντήσουν οι πλειοψηφίες ούτε / τακτοποιείται το ζήτημα με δημοψηφίσματα», μιας και το συμφωνητικό που ο καθένας μας έχει με τον θάνατο είναι ιδιωτικό. Γεγονός που δεν αναιρεί την αναζήτηση του εθνικού και του πολιτικού μέσα στο ίδιο το πλαίσιο της ποιητικής δημιουργίας. Από την «Ημιτελή ωδή στην Ελλάδα», που συνδέεται υπόγεια με τη «Νοσταλγία του Ανδρέα Κάλβου» έως το «Σπασμένο ρολόι του πατέρα μου» που ξεκινά από τον φωτογράφο των Ινδιάνων της Αμερικής Εντουαρντ Σέριφ Κέρτις και διαμέσου της Ντίκινσον καταλήγει στις εξόριστες στο Τρίκερι· και από τις ανατιναγμένες γέφυρες στην πρώην Γιουγκοσλαβία έως τον Δρίνο και την «Προφορική μαρτυρία» των βασανιστηρίων του Πινοσέτ, ο Πολενάκης μιλάει για την εθνική ταυτότητα και τη βίωσή της, τη δημοκρατία και τον πόλεμο, την παράνοια των βασανιστηρίων και των εκτοπίσεων, των εκτελέσεων και τον ταπεινώσεων, τον θάνατο που πριν από τον πολιτισμό, πριν από τις πυραμίδες των Μάγια, αποτελούσε ανέκαθεν τη μοναδική βεβαιότητα - και καθαρογράφει τις λέξεις στην ποίηση.
Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον στοιχείο στη συλλογή του Πολενάκη είναι ο διάλογος αυτός, διότι όντως πρόκειται περί διαλόγου και όχι περί παράλληλων μονολόγων, του ποιητή με τους δημιουργούς, τους ήρωές τους και την πραγματική ζωή, των ανωνύμων που μπορεί ποτέ να μην περάσουν στην αιωνιότητα μέσα από τις λέξεις, των πληθυσμών «που ανταλλάσσονται ακριβώς όπως ανταλλάσσονται / δυο πιόνια πάνω σε μια άδεια σκακιέρα». Υπάρχει μάλιστα και μια δευτερογενής διακειμενικότητα, καθώς οι εικόνες του Πολενάκη φέρνουν στον νου άλλες εικόνες που ίσως είχε και στον νου του ο συγγραφέας, ίσως και όχι. Ο διάπλους του Δρίνου μού θύμισε προσωπικά τη μαούνα με τον Λένιν στο Βλέμμα του Οδυσσέα, η ακροβάτιδα τα Φτερά του έρωτα του Βέντερς, οι μουσικές άλλες μουσικές και ούτω καθεξής.
Το σημαντικότερο όλων είναι, όμως, ο τρόπος με τον οποίο μέσα από την ποίησή του, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη αφηγηματικότητα, καταφέρνει να συναιρέσει το πραγματικό με τις αναπαραστάσεις του, την Ιστορία με τους δημιουργούς της, τους συγγραφείς με τους ήρωές τους, τους τόπους με τα πρόσωπα που τους βιώνουν ή απλώς τους διασχίζουν. Πρόσωπα και ταυτόχρονα περσόνες, ο Ντοστογιέφσκι και η Αννα Μαγδαληνή Μπαχ, η Σύλβια Πλαθ και ο Ιωάννης του Σταυρού, αλλά και ο εμβληματικός Σταυρόγκιν, σηματοδοτούν μονοπάτια του βίου και της τέχνης, η οποία ενώνεται, κατά κάποιον τρόπο, με το πραγματικό - κι έτσι καταργείται η χρονική ακολουθία έμπνευση-δημιουργία, ενώ η Ιστορία γίνεται αέναη διεργασία, απλωμένη στο παρόν και το μέλλον. Η συλλογή του Πολενάκη διαλέγεται γόνιμα με τη Στέππα, την τελευταία συλλογή ενός άλλου νέου ποιητή, του Δημήτρη Ελευθεράκη, αλλά και το Φανταστικό μουσείο του Χρήστου Χρυσόπουλου, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι, πέραν των οπαδών της παρθενογένεσης στη νέα αυτή γενιά-φουρνιά πεζογράφων και ποιητών, υπάρχει, ή τουλάχιστον διαμορφώνεται σιγά σιγά, μια ισχυρή ομάδα που δεν φοβάται την αγωνία της επίδρασης - και στην ομάδα αυτή συμπεριλαμβάνονται πολλοί και καλοί νέοι συγγραφείς και ποιητές, εκτός από τους προαναφερθέντες λόγω της ειδικής συνάφειάς τους με την ανά χείρας συλλογή. Τέλος, τα Γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ αποτελούν άλλη μια μαρτυρία της επιστροφής του πολιτικού στη νέα αυτή γενιά, που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως πολυσυλλεκτική. Μια συλλογή με τεράστιο ενδιαφέρον που υπόσχεται τα καλύτερα για το μέλλον.