αφιέρωμα

Η ποιητική σκηνή του Σαν Φρανσίσκο
Matthew Hollis
Γραφή στην άμμο και άλλα ποιήματα
μτφρ.: Χρύσα Φραγκιαδάκη
english |




Ο Μάθιου Χόλλις (Matthew Hollis) γεννήθηκε στο Νόργουιτς το 1971. Θεωρείται από τους σημαντικούς νεότερους εκπροσώπους της βρετανικής ποίησης. Φοίτησε στα Πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και του Γιορκ. Ζει στο Λονδίνο και εργάζεται ως επιμελητής ποίησης στις εκδόσεις Faber and Faber.  Επίσης, είναι επιμελητής σπουδών στο Poetry School του Λονδίνου και έχει διδάξει δημιουργική γραφή σε σχολεία και πανεπιστήμια.

Το 1996 πρωτοεμφανίστηκε με τη μικρή ποιητική έκδοση The Boy on the Edge of Happiness. Το 2000 επιμελήθηκε, μαζί με τον W.N. Herbert, την έκδοση Strong Words: Modern Poets on Modern Poetry, ενώ το 2003 επιμελήθηκε, μαζί με τον Paul Keegan, την έκδοση 101 Poems Against War.

Το 2004 δημοσίευσε την πρώτη του ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, το Ground Water, η οποία συμπεριλήφθηκε στη συστατική λίστα της Poetry Book Society, καθώς και σε πολλές λίστες υποψηφιοτήτων για σημαντικά βρετανικά βραβεία. To 2001 συμμετείχε στην περιοδεία First Lines του Art Council για τη βρετανική ποίηση και το 2004 επιλέχθηκε από το British Council για να συμμετάσχει στα προγράμματα Write On! στην Κροατία και Converging Lines στην Ουγγαρία. Το μέχρι στιγμής έργο του έχει εκτιμηθεί και προβληθεί στην πατρίδα του (νικητής του βραβείου Eric Gregory, καθώς και υποψήφιος για τα βραβεία Whitbread για την ποίηση, Guardian First Book και Forward Prize για την Καλύτερη Πρώτη Εκδοση Ποιητικής Συλλογής). Εργάζεται ως επιμελητής στον εκδοτικό οίκο Faber and Faber.

Το (.poema..) τον παρουσίασε στην Αθήνα, σε συνεργασία με το British Council, στη συνάντηση ποιητών που οργανώθηκε στο καφέ Dasein (11/3/2008) με συμμετοχή των Μαριγώς Αλεξοπούλου, Julia Copus, Antony Dunn, Γιάννη Ευθυμιάδη, Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Clare Pollard και Βασίλη Ρούβαλη.

Τα ποιήματα που μεταφράστηκαν στο παρόν τεύχος ανήκουν στη συλλογή Ground Water∙ παντού κυριαρχούν υδάτινες εικόνες που χρησιμεύουν ως εκτεταμένη μεταφορά για να περιγραφούν τα τοπία της μνήμης και των συναισθημάτων. Το μοτίβο του νερού σε όλες του τις μορφές (βροχή, χιόνι, θάλασσα, ποτάμια και υδάτινα ρεύματα) επανέρχεται και ενοποιεί τα θέματα των ποιημάτων, που έχουν να κάνουν, γενικά, με την αγάπη και την απώλεια.

Η γραφή του Χόλις διακρίνεται από χαμηλόφωνο, συχνά κρυμμένο λυρισμό και μια συγκρατημένη ελεγειακή διάθεση που ωστόσο αφήνει χώρο και στη χαρούμενη γεύση της ζωής. Η αρχική εντύπωση που προκαλούν η απλή γλώσσα και οι συχνά λεπτομερείς -στα όρια της πεζογραφίας- περιγραφές καθημερινών καταστάσεων, ανατρέπεται πάντα στο τέλος του ποιήματος από απρόσμενες υπαινικτικές αποστροφές στην αμφίσημη και άδηλη πλευρά των πραγμάτων.

Eνα κομμάτι της συλλογής, τα τελευταία 5 ποιήματα, μνημονεύουν τους τελευταίους μήνες της ζωής του πατέρα του ποιητή, που πέθανε από ανίατη αρρώστια.

 





Γραφή στην άμμο

                     Κι έτσι το προσπερνάμε_
μπουκάλι με το μπουκάλι, αδειάζουμε
ό,τι καταφέραμε ν' αποστάξουμε˙
το πνεύμα των πραγμάτων, και το δικό σου,
που θα μου κεντά τη γλώσσα
καιρό μετά την τωρινή σου αναχώρηση.

Απόψε κάθησα να γράψω αυτό το ποίημα
που δεν θα διάβαζες, το γράμμα που δεν θ' άνοιγες
και  ήπια στην υγειά σου, εσένα, γλυκιά μου,
 που δεν θα 'πινες στη δική μου.
Στις τελευταίες ειδήσεις της μέρας
έβγαζαν ένα καράβι από τον βυθό του Κρόμαρτι,
τέσσερις άντρες δυο μήνες στον πάτο της θάλασσας.
Χιλιάδες πλοία είχαν σηκώσει άγκυρα
κι είχαν αποπλεύσει εκείνη τη μέρα˙ κι ένα, μόνο ένα,
βυθίστηκε αύτανδρο, λες κι έπεσε
μέσα σε μια τρύπα στον ωκεανό.

Δεν ισχύει για μας η γεωγραφία, δεν υπάρχει χώρα ανάμεσά μας,
άλλη από εκείνη που χαρτογραφούμε εμείς οι ίδιοι:
ένα κουβάρι από ποτάμια και μονοπάτια,
ένα αποτύπωμα βουνών από χαρτόνι.
Το σημαντικό τοπίο το κουβαλάμε μέσα μας,
σαν υδρολογικό χάρτη _μια ατέρμονη
ροή κάθε πράγματος προς όλα τ' άλλα.
Ετσι όταν, σε λίγες μόνο ώρες, ξυπνήσεις από μιαν ανάσα
που δεν είναι η δική σου, ούτε κι η δική μου,
μακάρι να συλλογιστείς την απόσταση ανάμεσά μας
έτσι όπως εμείς οι ίδιοι τη χαράξαμε,
όμοια με γραμμή στην άμμο στην άκρη της θάλασσας.
                                                          
                                                        Κάπου εκεί έξω τούτη τη νύχτα
έχεις αδειάσει τον αέρα και τον άφησες να στεγνώνει.
Ούτε κρωξίματα γλάρων, ούτε σειρήνες πλοίων, μόνο το νανούρισμα
της θάλασσας και το υπόλοιπο απ' το χθεσινοβραδινό ουίσκι...
Στο χαρμάνι του από τύρφη και φύκια
βρήκα εσένα _στo λαμπύρισμα και στην οξύτητα,
 στη χαρακτηριστική αψάδα˙ τις τελετουργίες που κάποτε
εκτελούσαμε μόνο μαζί τις επιδίωκα μόνος.
Και, χωρίς να με νοιάζει πού είσαι, ήπια, στη θέση τους,
σε κάθε ξεχωριστό γράμμα του ονόματός σου˙ κύμα
 το κύμα, μέχρι που το πνεύμα συρρικνώθηκε και αμβλύνθηκε.

Μια κλεψύδρα γερμένη στο πλάι είναι για πάντα.
Και για κείνη, που είπε ότι η αμμουδιά ήταν εναντίον μας,
κατέβηκα στην παραλία λίγο πριν απ' το ξημέρωμα
κι έγραψα τα πέντε γράμματα του ονόματός της
και περίμενα την παλίρροια που θα ερχόταν να τα σβήσει,
καθώς μια μια οι λάμπες πετρελαίου τρεμόφεγγαν στην ακτή
σαν εκατοντάδες σπίτια που ορθώνονταν, για να καταμετρηθούν.

 

ούτε καν τα φύλλα
γίνεται να πέσουν με τόση απαλότητα
ή να τ' αγγίξει κανείς τόσο ελαφρά όσο το άγγιγμά σου

στο οποίο, πολύ απλά ξετυλίγομαι
όπως ξετυλίγεται ένα φύλλο στις αρχές της άνοιξης, ή
διπλωμένο, ξεδιπλώνεται μες στη μισάνοιχτη παλάμη σου

αν όμως δεν το θες, αντί γι' αυτό θα τυλιχτώ
όπως τυλίγεται ένα φύλλο έτοιμο να πέσει
που διπλώνεται μόνο του ξανά και ξανά

κι εσύ θα περάσεις
κι ο χειμώνας θ' αντηχήσει
εκκωφαντικά

 

Χειμερινή ανάπαυλα

Λευκό τα μεσάνυχτα -όλα είναι καινούργια, λες και
ο κόσμος άρχισε σήμερα. Τα χωράφια είναι βολεμένα
κάτω από ένα παχύ στρώμα, τα πουλιά αναχώρησαν,
ένα σκυλί εγκαταλείπει το αφεντικό του και φεύγει˙
κι οι πόλεις όλες είναι καθηλωμένες και κλειστές.
καρφωμένες με ξύλινους πασσάλους,
ούτε τρένο επιστροφής, ούτε σφηνάκι για τον δρόμο.

Κανείς δεν ξέρει τι χάθηκε κάτω απ' το χιόνι,
τι διαδρομές έσβησαν στη διαδρομή, τι νερό κύλησε,
τι αλλαγή θέσης συνέβη πραγματικά,
τι αλλαγή μέσα μας, τι αγριεμένη παγωνιά˙
και τίποτα δεν αφανίζει ούτε αφανίζεται, παρά μόνο οι χειμώνες
από την καλοκαιρία˙ σαν χιονάνθρωποι έτοιμοι να φύγουν,
που η αγάπη τους είναι κρύα, που η αγάπη τους δεν είναι αρκετά κρύα.

 

Βρέχει  τη νύχτα

Κι έτσι έρχεται στον νου μου εκείνος ο μύθος
   του βουνίσιου που δεν είχε δει ποτέ του θάλασσα
      και που μια μέρα άνοιξε την πόρτα του
         και δεν αντίκρισε τίποτε άλλο παρά μόνο ωκεανό-

ο δρόμος για το χωριό και το χωριό χαμένα,
   ούτε καν ένα μονοπάτι ή ένα λιβαδάκι
       μόνο η θάλασσα να γλείφει το λιθόστρωτο
           καλώντας τον σαν πλήθος χέρια που γνέφουν.

Υπάρχει βέβαια, σ' αυτή την ιστορία, ένα ψεγάδι,
   ένα ψεγάδι όχι ανυπόστατων διαστάσεων.
      Αλλά μερικές φορές ξυπνώ σ' ένα υπνοδωμάτιο
         μετά που έχεις φύγει, από άρωμα αλμύρας,

και σταγόνες θαλασσόνερου στα σανίδια˙ ακούγοντας τον παφλασμό
   των έξω-πραγμάτων να μπαίνει μέσα -που σίγουρα θα έπαυε
      αν ποτέ αποτολμούσα ν' ανοίξω την πόρτα
          και να βαδίσω πάνω σε ό,τι ίσως είναι νερό.

 

Βλεφάρισμα

καθώς το μάτι σου κλείνει (αργά
σαν τον ουρανό που χαμηλώνει πριν βρέξει,
ή σαν φτερούγα που μόλις αγγίζει το έδαφος,
αφήνοντας να κυλήσει ένα αδιόρατο, λεπτεπίλεπτο δάκρυ,
με τη μορφή κύματος, ενός αφρισμένου κύματος, που
χωρίς να σπάσει ταξιδεύει σε μια στρογγυλή θάλασσα, προς
κάποια ακτή, όπου στέκομαι εγώ, και, βλέποντας, βρίσκω
μέσα σου, ελπίζω, το είδωλό μου,
αλάθευτα, στο βαρύ σαν πρες-
παπιέ βλέμμα σου, στο κλειστό σου
μάτι) και ανοίγει

 

Το πέρασμα

Τη χρονιά πριν τη χρονιά
πριν πεθάνεις
οδηγήσαμε τη Φορντ μας

προς τη βροχή¬_
μέτρο μέτρο
ψηλά μέσ' απ' το πέρασμα

του Μπρέκονς,
χωρίς ραδιοφωνικό σήμα
κι επαφή με τη γλώσσα.

Αφήναμε την Αγγλία
με το αμάξι να χωρά
ίσα ίσα στο μονοπάτι

γλιστρώντας προς τα πίσω
γιατί το πέρασμα
έσκαβε τον γκρεμό

ή τσουλώντας
στο ύψωμα
και κολλώντας

μπροστά σε πινακίδες
που δεν μπορούσαμε πια
ν' αποκρυπτογραφήσουμε.

Αλλά η γλώσσα
μπολιάζεται
συνήθιζες να λες,

ψάχνοντας
για τις όμορφες λέξεις
που βρίσκονταν ακριβώς

κάτω απ' τη γλώσσα μας_
όχι στα λεξικά
ή στις σχολικές αίθουσες

αλλά στο εύφορο
υπέδαφος
της γλώσσας_

στο χούμο μέσα μας
οργωμένο,
κατάφυτο.

Ολημερίς επιστρέφαμε
για την παρακαμπτήριο,
για τον δημόσιο δρόμο

για την παράξενη
επικοινωνία
με τα διπλανά αμάξια_

διαδοχικά χέρια
που σηκώνονταν
να με αντιχαιρετήσουν∙

ολημερίς, πίσω
για τις πινακίδες
γύρω γύρω στον κάμπο_

το ΠΕΡΑΣΜΑ
και ό,τι ήταν
στα ουαλικά.

Υπάρχουν μέρη
στα οποία σταματάμε,
με τη μαργαριταρένια

βροχή στο στόμα μας,
όπου αφήνουμε πίσω μας
τη γλώσσα.

MAN PASIO.
Λες και θα μπορούσαμε
να μεταφράσουμε.

 

Χαργουόντερ

Ισως ήταν ο τρόπος που μεταφέραμε τον ήχο,
ή απολαμβάναμε την επινόησή του.

Αλλά πιθανότατα ήταν το μοίρασμα μιας λέξης
που κανείς άλλος δεν ήξερε-

μια γλώσσα για δύο, που ονομάτιζε
αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας-

«χαργουόντερ»*, ένας όρος χωρίς σαφές νόημα,
αλλά συνωμοτικά  δικός μας-

            μελωδικός, φτιαγμένος από εμάς˙
όπου η γλώσσα ήταν ένα είδος αγγίγματος, μια έλξη

τόσο αναπόδραστη όσο ένας κύκλος σε δίσκο βινυλίου,
ένα αυλάκι απ' το οποίο δεν γίνεται να ξεφύγουμε.

Και πριν ακόμη πεις ότι ήσουν
ανίκανη να το πολεμήσεις πια

εγώ είχα από καιρό παραδοθεί σε σένα
και στον υπέροχο τόνο της φωνής σου.

Και με οδήγησες μέσα από σένα, και μέσα σου,
να νιώσω ένα αργό κρεσέντο˙

κι ολόκληρος  ο κόσμος
συντονίστηκε κάτω απ' τα πόδια μας

συγκλίνοντας σε μία μοναδική νότα.

 

*χαργουόντερ: αγγλική ποικιλία τριαντάφυλλου

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: www.matthewhollis.com

chrissafrag@yahoo.gr

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.