Requiem
Σ' ένα συρτάρι ξεχασμένο θα το βρουν
κάποιο κομμάτι από μπλοκ ιχνογραφίας
με τα παιδικά, αδέξια γράμματά μου
και την παρθενική μου μελωδία
που σκάρωσα βρέφος ακόμα στο πλαστικό πιανάκι μου.
Είκοσι χρόνια περίμενα ν' αναγνωριστεί το μουσικό μου τάλαντο.
διψώντας για πάνθεα και υστεροφημία.
Σήμερα έχω γενέθλια. θα κάνω δώρο στον εαυτό μου μια βόλτα στη θάλασσα.
Θα μπω στο αυτοκίνητο και θα ξεχάσω τη ζώνη ασφαλείας.
Θέλω να μοιάζει με ατύχημα.
Και το εύρημά τους
-το πρώτο γύμνασμα των δαχτύλων μου στα πλήκτρα-
θα τ' αποδώσει εξαιρετικά
κάποιος πιανίστας βιρτουόζος
τη μόνη μέρα που δε θα μ' αφορά τίποτα πια.
Μήνυμα σε μπουκάλι
Στην κόγχη μιας μπουκαπόρτας
κουρνιασμένη
σ' ανακάλυψα
κάποιο ξεθυμασμένο καλοκαίρι.
Με μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια
κουτσουρεμένα τα πούπουλά σου
και τουρτούριζες.
Σ' έκρυψα κάτω απ' τη ζακέτα μου
και σ' έτριψα πάνω στο στήθος μου, να συνεφέρεις...
Σου ζέστανα γάλα με μέλι
και σου 'στρωσα να κοιμηθείς στ' απάγκιο της αυλής μου.
Ολο το βράδυ
ξήλωνα τα μαξιλάρια μου
κι έλιωνα τις φυλαγμένες άσπρες λαμπάδες της Λαμπρής.
Κι όταν ξημέρωσε
σου κόλλησα με φροντίδα απαράμιλλη
καινούριο φτέρωμα
να κάνεις μια βόλτα ως τα σύννεφα
να ξεμουδιάσεις.
Γέλασες τότε ένα γέλιο γάργαρο, πρωτάκουστο.
έγραψες έναν κύκλο πάνω απ' το κεφάλι μου,
ένα χάδι στα μαλλιά μου,
κι ήταν αυτή η τελευταία φορά που σε είδα.
Καλά μου το 'παν τα κύματα πως είσαι αποδημητικό.
Αδικα σε περίμενα ολόκληρο φθινόπωρο
και τώρα πια χειμώνιασε.
Κι ίσως την άνοιξη προτιμήσεις κάποια άλλη χώρα
πιο ζεστή απ' αυτήν εδώ.
Ελπίζω ακόμα.
Θα τον κοιτάξω τον χρόνο κατάματα
έχουμε τόσα να κουβεντιάσουμε οι δυο μας.
Δε με φοβίζει το πάντα - αρκεί να σε φέρνει μαζί του αγάπη μου.
Το ποτέ σου όμως -τ' ομολογώ- το τρέμω.
Καντάδα σε ελάσσονα
Εχεις ακούσει ποτέ τη μουσική των πριονιών;
Αυτών που νανουρίζουν όλη νύχτα την αγρύπνια μου
και κόβουν τα όνειρά μου σ' ομοιόμορφες ροδέλες;
Εχεις προσέξει πώς τραγουδάνε οι μπούκλες σου στο μαξιλάρι
σε κάθε γύρισμα πλευρού ανήκουστες κι υγρές ωδές;
Κι εγώ χορταίνω το ρυθμό απ' την ανάσα σου
και αφουγκράζομαι διπλά αφού εσύ κοιμάσαι.
Ακουσες μήπως πώς κλαυθμηρίζουν οι γλάροι
αυτό το τελευταίο βράδυ του καλοκαιριού;
Ποτέ δε θα ξεχάσω το λυγμικό τους ρέκβιεμ.
Ξημέρωσε
κι ακόμη είναι οι ώμοι μου ζεστοί και νοτισμένοι
από τα αίματά τους.
skrapaliorini_tatti@hotmail.com