Ωρολόγιο σκοτεινό
Κι αν σέρνομαι κάτι με πατάει
κι αν με πατάει μπορεί και να πετάει
μέσα μου να πετάει κι αν σέρνομαι
κι αν έχω μέσα μου ορίζοντα κάτι σκοτεινό
κι αν έχω δωμάτιο ύπνου άναρχο μέσα μου
που δεν κάηκε ποτέ
που δεν άνοιξα ποτέ κι ένα παράθυρο κλειστό
ένα μόνο αν έχει παράθυρο
κι αν είναι κλειστό και το σκοτάδι πίσω του πολύ στερεό
δεν είναι παράθυρο αυτό.
Κι αν είναι σκοτάδι στο αίμα μου μια εκδρομή
και σβήνει και κλείνει από πριν το φως
κι αν σέρνομαι και πνίγεται στον ορίζοντα αυτό
κάτι που πνίγεται πολύ
κι αν με πατάει ο πνιγμός
κι οι τοίχοι μαυρίζουν όπως σέρνομαι
μαυρίζουν πιο πολύ κι αν όσα σέρνονται εκεί
πνιγμένα στον ορίζοντα αυτό
κι αν είναι μόνο μια γραμμή
κι εγώ που σέρνομαι άλλη μια γραμμή
οι τοίχοι δώδεκα γραμμές
δεν είναι δωμάτιο αυτό.
Κι αν όσα το σκίζουν όλο αυτό σκίζονται μαζί
οι τοίχοι κάνουν το δωμάτιο κάνουν και τη σιωπή
πέφτουν μέσα μου πέφτω κι εγώ
και πιο μέσα αν είναι η σιωπή μόνο μια οπή
πέφτω κι εκεί στο αίμα μου μια εκδρομή
δώδεκα γραμμές δωμάτιο ωρολόγιο σκοτεινό
κι αν όλο αυτό σέρνεται και πνίγεται μαζί
σωπαίνει σβηστό το φως κι οι γραμμές σβηστές κι αυτές
δεν είναι σκοτάδι αυτό.
Κι αν είναι παράθυρο γυμνό που με κοιτάει από κει
που σέρνεται που πέφτει και κλείνει συνεχώς
μέσα μου αν είναι που πέφτω και πέφτουν κι οι τοίχοι μαζί
κι αν είναι παράθυρο από χαρτί
και το χαρτί πετάει και καίγεται στα σκοτεινά
στη σιωπή της σιωπής γραμμές
κι όλο αυτό μόνο μια εκδρομή δωματίου μόνο μια γραμμή
που δε γράφτηκε ποτέ
που δεν έσβησα ποτέ κι ένα παράθυρο κλειστό.
Η γριά Μώρα
Η γριά Μώρα έρχεται μέσα στον ύπνο σου.
Eρχεται πάνω στο στήθος σου.
Γελάει δίχως πρόσωπο. Δίχως γέλιο. Ξεγελάει τη γλώσσα σου.
Βάλε φωνή. Ανοιξε το στόμα σου. Αδειο.
Σου παίρνει τη φωνή.
Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά. Στο σκοτάδι. Γκρι σύννεφο. Γκρι γριά.
Τα μάτια σου είναι κλειστά.
Σήκω. Κρατήσου απ' το κρεβάτι σου. Το κρεβάτι σου τετράποδο.
Τρωκτικό υπνοδωματίου. Γκρι.
Σήκω. Κρατήσου απ' τους τοίχους. Οι τοίχοι κυρτώνουν.
Στο πάτωμα γκρι σύννεφο απλώνεται.
Πατήματα κρεβατιού.
Το κρεβάτι πατάει στο πάτωμα. Το κρεβάτι πατάει στους τοίχους.
Σήκω. Σύρσου. Στα τέσσερα τετράποδο.
Η γριά Μώρα στο δωμάτιό σου.
Ερχεται δίχως σώμα.
Αδειο το στόμα σου.
Σέρνεται πάνω σου.
Σε πατάει να μην κουνηθείς.
Στο σκοτάδι κράτα τα μάτια σου ανοιχτά.
Μπαίνει σκοτάδι απ' τις χαραμάδες.
Μπαίνει σκοτάδι στο σώμα σου.
Σήκω. Σύρσου στο φως. Δεν υπάρχει φως.
Ο διακόπτης δεν ανάβει την λάμπα.
Ο διακόπτης ώριμη κάμπια γκρι σέρνεται στους τοίχους.
Εφαγε το χρώμα. Αυλακίζει στους τοίχους και μπαίνει σκοτάδι.
Κυρτώνουν οι τοίχοι στο σκοτάδι.
Πάνω σου η γριά Μώρα σκώρος γκρι.
Εφαγε το φως κι έκατσε πάνω σου.
Σε πατάει να μην κουνηθείς.
Εφαγε τη φωνή σου.
Σήκω. Σύρσου στην πόρτα. Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά.
Η πόρτα δεν ανοίγει. Δεν έχει πόμολο.
Το πόμολο μυριόποδο γκρι αρπακτικό τρέχει στο πάτωμα.
Στο πάτωμα γκρι σύννεφο απλώνεται.
Η πόρτα είναι μικρή. Μικρό στόμα με κοπτήρες τρωκτικού.
Μπαίνει σκοτάδι απ' την κλειδαρότρυπα.
Η γριά Μώρα μεγαλώνει πάνω σου.
Σήκω. Δίχως πόδια. Δίχως χέρια. Σύρσου στο παράθυρο μυριόποδο.
Δεν υπάρχει παράθυρο. Δεν ξέρεις πού είναι.
Το παράθυρο μεγάλωσε κι έφυγε. Πέταξε μέσα στη νύχτα. Νυχτοπεταλούδα.
Η γριά Μώρα κάρφωσε την πόρτα.
Κάρφωσε το παράθυρο.
Κάρφωσε το σκοτάδι.
Σε κάρφωσε πάνω στο κρεβάτι σου.
Σε κάρφωσε πάνω στο σώμα σου.
Μυριόποδο αρπαχτικό πάνω σου. Ωριμη κάμπια πάνω σου.
Το κρεβάτι σου πάνω σου. Σκοτάδι στο στόμα σου.
Η γριά Μώρα κάρφωσε το δωμάτιό σου πάνω στη νύχτα.
Σκώρος γκρι. Γριά Μώρα στην κλειδαρότρυπα.
Σε βλέπει δίχως πρόσωπο.
Ερχεται. Βάλε φωνή. Σήκω. Σύρσου. Ξύπνα.
Γριά πες μου τα χρόνια σου.
Είναι χρόνια εκατό. Είναι χίλια.
Είναι εκατό ανάσες μου κοφτές.
Χίλια αυγά που άφησες μέσα στο μυαλό μου.
Γριά πες μου τ' όνομά σου.
Είναι σκοτάδι ζωντανό.
Είναι ζώο σκοτεινό που μεγαλώνει
στο δωμάτιο που μικραίνει
στο κρεβάτι που πατάει και πάει.
Γριά που γρύζει χωρίς ανάσες πάνω μου
που μάγκωσε χωρίς σώμα το σώμα μου.
Γριά από χρόνια.
Γριά πάνω στους τοίχους που πατάνε το κρεβάτι μου.
Πάνω στο κρεβάτι μου που πατάει στους τοίχους.
Πάνω στη γλώσσα μου που μάγκωσε στον οισοφάγο.
Ενα χέρι δεξιά. Ενα χέρι αριστερά.
Οι τοίχοι είναι κοντά. Να πιαστώ. Να σηκωθώ.
Να πιαστώ δεξιά. Να πιαστώ αριστερά.
Οι τοίχοι πάνω μου. Το κρεβάτι μου στους τοίχους.
Να σηκωθώ. Να συρθώ. Στα τέσσερα τετράποδο.
Να βρω τη γλώσσα μου.
Να μουγκρίσω μω να ριγήσω ρα. Γριά μω. Γριά ρα.
Οι τοίχοι στο κρεβάτι μου.
Να συρθώ.
Στο σκοτάδι σκοτωμένη η γλώσσα μου στον οισοφάγο.
Μια φωνή δεξιά. Μια φωνή αριστερά.
Να φωνάξω στη φωνή μου.
Εφαγα τη φωνή μου.
Εκατό μικρές φωνές σφήνωσαν στον οισοφάγο εκατό ανάσες κοφτές.
Η γριά Μώρα έρχεται μέσα στον ύπνο μου.
Πού είναι η γλώσσα μου. Πού είναι η φωνή μου.
Η γλώσσα μου κατεβαίνει τον οισοφάγο.
Πνίγεται η φωνή μου στο στομάχι μου.
Το σκοτάδι έρχεται απ' το στόμα μου.
Το στόμα μου γεμάτο σκοτάδι.
Το σκοτάδι γεμάτο με τη φωνή μου.
Η γριά Μώρα εκατό στόματα.
Η γριά Μώρα χίλια μάτια.
Πάνω μου. Ενα χέρι δεξιά. Ενα χέρι αριστερά.
Πιάνει τους τοίχους και τους κυρτώνει πάνω μου.
Πιασμένη στο σκοτάδι.
Πιασμένη στο σώμα μου.
Σκοτάδι στο στόμα μου. Σκοτωμένη η γλώσσα μου.
Να σηκωθώ. Να συρθώ.
Δεν έρχομαι. Είμαι μέσα στον ύπνο σου.
Δεν έχω όνομα. Είμαι γριά.
Δεν έχω σώμα. Είμαι γριά μω.
Δεν έχω πρόσωπο. Είμαι γριά ρω.
Γριά από χρόνια Μώρα
μέσα στον ύπνο σου γρύζω σκοτάδι
από χρόνια σκοτωμένες φωνές γυρεύω
γλώσσες στα σκοτεινά μαγκώνω
από χρόνια την ώρα στο κρεβάτι μαγκώνω τους τοίχους στη νύχτα.
Εδώ στη νύχτα σηκώνω σκοτάδι.
Μη σηκωθείς. Σέρνω το δωμάτιο τη νύχτα. Μη συρθείς.
Από ξύπνο δεν ξυπνάς, από ύπνο σε ύπνο δεν πέφτεις.
Η γριά Μώρα έρχεται στον ξύπνο σου.
Σε βλέπει από τον ύπνο σου.
Βάλε φωνή. Σήκω. Σύρσου. Ξύπνα.
Ο κήπος ίσως με τις ώρες με λέξεις
Ωρες άναρχες κι άλλες
καλλιεργούμενες από ωρολόγια
μικρές ενάρξεις, θερισμένα γεγονότα
ανθεκτικές ή ευαίσθητες
τελειωμένες στην παγωνιά ενός τέλους
και στον καύσο μιας αρχής καμένες
ώρες πυκνές ομάδες και μοναχικές
του σπιτιού ή του θερμοκηπίου
ανθοφόρες κι άλλες αγκαθωτές
κατακείμενες στο έδαφος, αναρριχώμενες
και των δοχείων
φαρμακευτικές, δηλητηριώδεις, σακχαρώδεις, αρωματικές
ώρες με σκληρά λεπτά κι άλλες με ψεύτικα
ηρεμιστικές, μεθυστικές, ναρκωτικές και τοξικές
παραισθησιογόνες που τις καπνίζουν ή τις μασούν
ώρες που ζουν σε βάρος άλλων
που τρων μικρά λεπτά ή σ' αποσύνθεση
κι άλλες που μεγαλώνουν πάνω τους
ώρες μεγάλης μέρας και μικρής
μεγάλης νύχτας και μικρής
ώρες κάλυψης ή παραπλανητικές
καταφύγια και φράχτες
πελώριες και μικροσκοπικές
βασίλεια λεπτών και τάξεις ωρών.
Απ' τις ώρες
Απ' τις ώρες της πείνας τα κρατημένα
οι φλυαρίες που παγιδεύτηκαν στο καθιστικό
τα χρόνια που αθροίζαμε
και τ' άλλα που πρόσθετα κρυφά
κι ό,τι περίσσεψε
απ' τ' αριθμητήριο που εξημέρωνε τη νύχτα
οι σπόνδυλοί σου που μέτραγα σε καθαρό σεντόνι
τα νύχια που σου έκοψα με τα δόντια
και τ' άλλα που έφαγα κρυφά
κι ό,τι ξέφυγε
απ' τις ώρες που έμειναν στο δρόμο
ένα ταξίδι που ξέμεινε πίσω από την πόρτα
κι ένα πρόωρο σε άδεια βαλίτσα
λίγος καπνός χαρούμενος
που πιάστηκε στου τοίχου το νέο χρώμα
κι ο αγαπημένος θυμός
που σχολιάζει το άχαρο ακόμα
απ' το βοριά της κρεβατοκάμαρας
στο μαΐστρο που ταξιδεύει δυτικά στο μπαλκόνι σου
και στην όστρια που κατεβαίνει απ' τον καναπέ σου
απ’ τις ώρες που φοβούνται στο συρτάρι σου
το λουτρό στο ανυπόμονο σάλιο σου
και τη γλώσσα σου στις φακίδες πάλι του ώμου μου
που διαβάζει τη σκέψη μου, που μαζεύει το φόβο μου
των δοντιών σου ο τριγμός
που ξυρίζει τα ξεχασμένα γένια μου
κι η αισιοδοξία του φαγητού που τελείωνε
στο πιάτο στα πόδια σου που είναι ακόμα ζεστό
της γλώσσας μου το ακόνισμα πάλι στα νύχια σου
και των νυχιών σου ο λίγος πυρετός
το λούσιμο στους αχνούς των λουσμένων μαλλιών σου
κι η πούδρα από τα κύτταρα του δέρματος σου τα νεκρά.
Απ' την ώρα
Απ' την ώρα αν πάρω ένα λεπτό
κλιμακώνω το σώμα της το κρυφό
απ' την ώρα στα χέρια μορφή κρατώ
παλιό καιρό κλίνω και χρονογραφώ
τον κορμό και τα μέλη χρονομετρώ
έπαρμα ώρας ένα εξηκοστό
της μέσης των άκρων το ένα λεπτό
το άρωμα που του πρέπει πορφυρό
στο λεπτό μια ανάσα του δίνει σφυγμό
μιας ώρας κρατάω το όνειρο εδώ
στο στόμα τού ρίχνω της φωτιάς το φως
με τον καιρό θα 'χουμε ίδιο ρυθμό
με το σύμπαν θα 'χουμε ίδιο εμβαδό
ένα μόνο λεπτό μιας ώρας τροφός.
yiorgospanis@hotmail.com