Ο τίτλος, το ξέρω, μοιάζει να φλερτάρει με την κραταιή σειρά των ποιητικών κατηχήσεων που μας κληροδότησε ο περασμένος αιώνας. Εκείνα τα κείμενα, γραμμένα εξ ορισμού από γεροντότερους, έριχναν το βάρος στο επίθετο: τη νεαρή ηλικία του παραλήπτη˙ το ουσιαστικό «ποιητής» συνήθως το προσπερνούσαν με συγκατάβαση.
(Αναλογίζομαι τώρα τι μου 'χει μείνει από τα γράμματα του Ρίλκε ή της Βιρτζίνιας Γουλφ, από τις συμβουλές του Ζακόμπ, και διαπιστώνω -με έκπληξη; με ανακούφιση;- πως ελάχιστα πράγματα. Κι όμως, με την εξαίρεση ίσως της Γουλφ, τους διάβασα σε ηλικία που τα γραφόμενά τους θα 'πρεπε να με αφορούν. Ελλειψη προσοχής δικής μου πάντως δεν ήταν, ακόμη ηχεί εντυπωμένη στ' αυτιά μου η ντελικάτη πρόζα του Ράινερ Μαρία, γραμμή μακρόσυρτη από αναπνοές, ακόμη θυμάμαι τα κοφτά αποφθέγματα του Γάλλου... - Ακόμη μια απόδειξη ότι η ποίηση δεν είναι τελικά διδακτή;).
Aλλος είναι ο σκοπός μου εδώ. Με τρόπο πρωθύστερο θα λάβω ως δεδομένο το ες αεί ζητούμενο -για όλους μας-, την ιδιότητα του ποιητή δηλαδή, και θα σας πω τί σκέφτομαι για το περιοδικό σας, όπως θα το 'λεγα σε όποιον άλλο, ομότεχνο ή μη, καταδεχόταν να ζητήσει τη γνώμη μου. Αν ακουστώ διδακτικός θα ’ναι όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Μερικά πράγματα λέγονται ευκολότερα όταν παίρνουν σχήμα αξιώματος. Και πάντως, αυτό δεν θ' άλλαζε αν απευθυνόμουν σε πρεσβύτερους ή συνηλικιώτες.
:::
Για να κρίνει κανείς ένα περιοδικό όπως το δικό σας, όπως κάθε περιοδικό, δύο τρόποι υπάρχουν. Ο ένας, να το συγκρίνει με τις προθέσεις των πρωτεργατών του, τις δηλωμένες και όσες άδηλες διαφαίνονται πίσω απ' τις λέξεις και τις ιδέες που το διαπερνούν. Ο δεύτερος, να προκρίνει ο ίδιος, από τη δική του σκοπιά, ό,τι βρίσκει εκεί μέσα άξιο λόγου. Ο πρώτος τρόπος σημαίνει παίρνω απ' τον άλλο την καλή του εικόνα, τη δημοσιευμένη στο επίσημο βιογραφικό του, και την παραβάλλω με το πρωτότυπο. Είναι πιστή, μήπως εξωραΐζει, κολακεύει τον άνθρωπο; Μήπως γεννάει ψεύτικες προσδοκίες πίσω από ένα καλοκαμωμένο ρετούς; Ή, πάλι, μήπως είναι τόσο στημένη και αφύσικη που εντέλει τον αδικεί; Ο δεύτερος τρόπος αδιαφορεί για όλα αυτά. Αρκείται στην άμεση, ζωντανή ματιά και σε όσα αυτή συγκρατεί. Ο πρώτος τρόπος είναι πλάγιος. Βλέπει στον άλλο την εικόνα που έχει βαλθεί αυτός να μας μεταδώσει, την αποτύπωση της αυτοκατανόησής του. Ο δεύτερος τρόπος είναι ευθύς. Λογοδοτεί μόνο στις παραστάσεις του αναγνώστη. Θα μεταχειριστώ εδώ και τους δύο, διαδοχικά.
:::
Το περιοδικό σας είναι γεννημένο κάτω απ' τον αστερισμό της μεγάλης νεωτερικής εποχής. Εν μέρει αυτό είναι αναπόφευκτο. Ολοι μας κολυμπάμε στ' απόνερα αυτής της μεγάλης πλημμυρίδας, δεν μπορεί παρά να βρεχόμαστε. Ομως εδώ είναι και επιθυμητό, είναι επιδίωξη - πόσο συνειδητή, αδιάφορο. Ήδη ο τίτλος σας θυμίζει κραυγή του νταντά. Ο τρόπος που αυτοσυστήνεστε φέρνει στο νου τη ρητορική των φουτουριστών. Στήσιμο και εικονογράφηση παραπέμπουν στους μπητ και στις υπόγειες διαδρομές της δεκαετίας του '60. Ακόμη και η παιγνιώδης άρνηση από τη μεριά σας του προφανούς, ότι εκδίδετε δηλαδή ένα λογοτεχνικό περιοδικό, έχει πίσω της πολλά νεωτερικά προηγούμενα.
Στίγμα παρέχουν επίσης οι μεταφράσεις των ξένων ποιητών. Φυσικό, σε μια συλλογική δουλειά είναι πάντα τα ονόματα τα γνωστά που κάνουν εντύπωση. Απαριθμώ τα πιο σημαντικά: Τεντ Χιουζ, Μάριαν Μουρ, Ρόμπερτ Φροστ, Ντέρεκ Ουώλκοττ. Ολοι, με την εξαίρεση ενός, κι αυτού νομπελίστα, νεκροί. Ολοι, με την εξαίρεση ίσως του φάρμερ απ' το Νέο Χαμσάιρ, πρωτεργάτες του μοντερνισμού ή συνειδητοί του επίγονοι. Ολοι τους, από καιρό αντικείμενο μελέτης στα όπου γης σπουδαστήρια και ινστιτούτα. Ολοι τους, main stream του σημερινού, αγγλόφωνου κόσμου.
Τη γενική εικόνα ενισχύουν οι λοιπές συνεργασίες: ιμαζιστές, βάρδοι του undergound, ποίηση φεμινιστική. Παρά την παρουσία και αυστηρών, ή αυστηρότερων, μορφών, ένα ξεφύλλισμα πείθει: ο ορίζοντάς σας είναι ο ορίζοντας του 20ού αιώνα. Ακόμη ακριβέστερα: η ηρωική εποχή του κλασικού μοντερνισμού και των άμεσων επιγόνων του, από το 1910 ώς το 1960 περίπου.
:::
Η επιλογή αυτή έχει πλεονεκτήματα. Γίνεται οικεία, κάνει την πρόθεση που κρύβεται κάτω απ' την όψη διάφανη, οι νέοι ποιητές που μιλούν έρχονται να πάρουν τη θέση τους ομαλά σε μια αλυσίδα συνεχή κι εκτεινόμενη ώς τις μέρες μας, γίνονται σταθμός στη διαδρομή μιας παράδοσης.
Συνέχεια, παράδοση, οικειότητα - οι λέξεις ίσως ηχήσουν παράδοξες. Μα αυτά ακριβώς δεν θα 'θελε το περιοδικό σας ν' αρνηθεί; Δεν είναι ο τρόπος του, το σκεπτικό του απ' την αρχή ανανεωτικό, το ύφος του ανήσυχο, τα θέματά του δεν είναι κριτικά και προχωρημένα;
Είναι προφανές ότι υπάρχει ένα πρόβλημα εδώ. Ομως δεν είναι καινοφανές, για την ακρίβεια δεν είναι καν δικό σας. Εδώ και πενήντα χρόνια τουλάχιστον, η σύγχρονη ποίηση, η σύγχρονη τέχνη, ταλανίζεται από μια διχοστασία ανάμεσα στο περιεχόμενο του μοντέρνου, και τη ρητορική του. Και το εγχείρημά σας -δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς- πέφτει θύμα της.
Οσο πιο τηλεγραφικά γίνεται: Αλλο πράγμα είναι ν' ανατρέπεις σιδηρούς κανόνες πενήντα ή εκατό χρόνια πριν, κι άλλο να μιλάς για τέτοια πράγματα σήμερα, όταν κανόνες πια δεσμευτικοί δεν υπάρχουν. Αλλο πράγμα να πειραματίζεσαι με κίνδυνο να διαπομπευτείς, κι άλλο -αλίμονο- να επιχορηγείσαι γι' αυτό. Ακόμα παραπάνω: άλλο πράγμα να καταγγέλλεις τον ρατσισμό τον καιρό του απαρτχάιντ ή της Κου Κλουξ Κλαν, κι άλλο επί των ημερών του Νέλσον Μαντέλα και του Μπαράκ Ομπάμα...
Με δυο λόγια: το περιοδικό σας, όπως και όλες οι ανάλογες απόπειρες σήμερα, είναι μόνο στη ρητορική του νεωτερικό, στην πράξη είναι ένα έντυπο ριζωμένο γερά στο παρελθόν, ένα έντυπο που -μη φοβηθείτε τη λέξη- συντηρεί, καλλιεργεί κι αυτό μια παράδοση.
:::
Τίποτα δεν το δείχνει αυτό καλύτερα απ' τη φιλόδοξη εκείνη υπόσχεση, που παρέχετε στον αναγνώστη σας, τον ακραίο λόγο. Μια ερεθιστική, μεθυστική υπόθεση αυτός ο ακραίος λόγος! Μέσα του ιριδίζουν όλα τα όνειρα, όλα τα αιτήματα μιας μεγάλης ορμής. Η διαρκής επανάσταση, η συνθηκολόγηση του στενού νου εμπρός στο κράτος της φαντασίας, η αέναη διεύρυνση του αισθητηριακού και ηθικού μας κόσμου, αυτό το ουρανόμηκες «άνευ ορίων, άνευ όρων» των εξεγερμένων όπου γης. Ο ακραίος λόγος είναι ένα βέλος που υποδεικνύει την οδό, τη μόνη ορθή διαδρομή...
Αλλά, μια στιγμή! Ποια οδό, και ποια διαδρομή; Την επανάσταση, τη ρήξη, τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή, την επαγγέλθηκαν πολλοί: ο Μαρινέττι και ο Μπρετόν, ο Πάουντ και ο Μπρεχτ, ο Πάμπλο Πικάσσο και ο Χένρυ Φορντ, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Ιωσήφ Γκαίμπελς. Ολοι τους, καθένας με τον τρόπο του, στάθηκαν μεγάλοι ανατροπείς. Ολοι τους υπήρξαν «ριζοσπάστες», «ρηξικέλευθοι», «ακραίοι». Τα άκρα τους όμως, ο τελικός τους σκοπός, διέφεραν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα. Ποιο άκρο απ' όλα αυτά είναι το δικό σας; Ή, δεν υπάρχει καν άκρο εδώ, με την έννοια της αποφασισμένης γραμμής, και η επίκληση του ακραίου λόγου είναι απλώς και μόνο μια χειρονομία; Κι αν ναι, τι είδους χειρονομία; Μια κραυγή διαμαρτυρίας, σαν τις παμφλέτες του Ούγκο Μπαλλ τον καιρό του Μεγάλου Πολέμου; Μια κίνηση απαυδισμού, σαν τα κομψά ρήματα του Οσκαρ Ουάιλντ κατά της ανίας; Ενα κλείσιμο του ματιού, απ' αυτά των ατσίδων τύπου Ουώρχολ, που ξέρουν να ποντάρουν σωστά στην αστείρευτη ευήθεια του κοινού;
Απλουστεύω φυσικά. Υπερβάλλω επίσης. Ωστόσο φοβάμαι ένα πράγμα. Χωρίς πίστη σε κάτι, χωρίς όραμα, ουτοπία, γραμμή (διαλέξτε λέξη εσείς), οι διακηρύξεις των μεγάλων νεωτερικών κινδυνεύουν να μείνουν ρετρό, οι χειρονομίες τους σώου. Ο ακραίος λόγος τους, όσο ήταν τέτοιος, υπήρξε στ' αλήθεια οδόσημο. Υπαγόρευε στην Ιστορία ένα τέλος, έναν σκοπό. Οσοι τον πιάναν στο στόμα τους, ομολογούσαν την προσήλωσή τους σε μια ηθική, μια δεοντολογία, μια έσχατη λύση από τα δεσμά της Ιστορίας. Σήμερα, όλα αυτά, δέοντα και καθήκοντα και σκοποί, οι λυτρωτές και οι μεσσίες, δεν υπάρχουν. Σήμερα, ακραίος λόγος δεν υπάρχει παρά μόνο για τους διαφημιστές, για τους κουράτορες και τις τηλεπερσόνες. Σήμερα, και όσο αυτό το σήμερα διαρκεί, ο ακραίος λόγος είναι βουβός.
Μαζί με τον ακραίο λόγο βουβάθηκε και ο μοντερνισμός. Μοντέρνο δεν είναι πια το ποίημα που επαγγέλλεται το μέλλον, τέτοιο δεν υπάρχει γιατί δεν υπάρχει μέλλον ποθεινό και κατοικήσιμο πια, μοντέρνο είναι ξανά και μόνον το σύγχρονο, το τωρινό. Το ποίημα που γράφω εγώ ή εσείς, σήμερα, τώρα. Κι αυτό το ποίημα, δεν έχει την παραμικρή σημασία αν είναι ή αν φαντάζει «μοντέρνο» στα μάτια των πολλών, τα ακόμη θολωμένα από την εκατόχρονη φωτιά που καπνίζει, όμως δεν καίει άλλο πια. Οχι ο ακραίος - ο καίριος λόγος μετράει. Και μόνο ο καίριος, ο λόγος δηλαδή του καιρού μας, είναι πράγματι σύγχρονος και μοντέρνος. Μοντέρνο είναι το ποίημα που πατάει γερά στα πόδια του, είπε ο Αργύρης Χιόνης σε μια του διάλεξη.
Τ' άκρα και τις ακρότητες, λοιπόν, ο αναγνώστης σας μάταια θα τ' αναζητήσει. Πράγματα όμως καίρια, που να πατούν γερά στα πόδια τους, τέτοια, άμα ψάξει με μάτια ανοιχτά, ίσως βρει.
:::
Βρήκα τέτοια εγώ; Ναι, δύο νομίζω. Το πρώτο είναι ένας τόνος, ένας σφυγμός απαραγνώριστα νεανικός. Οχι, αυτό δεν είναι διόλου αυτονόητο. Δεν προκύπτει αυτομάτως από τη χρονολογία γεννήσεως. Ούτε από τη νεωτερίζουσα ρητορική. Ισα ίσα, αυτή η τελευταία μπορεί και να τον σκεπάζει, ν' αλλοιώνει την ένταση και την ξεχωριστή του υφή.
Οταν μιλάω για νεανικό τόνο εννοώ κάτι άλλο. Σκέφτομαι τώρα ότι όλες αυτές οι «Γενιές» των ποιητών που παρουσιάστηκαν την τελευταία μισή εκατονταετία στην ελληνική ποίηση, μπορεί να ήταν άνθρωποι νέοι ληξιαρχικά, λογοτεχνικά ωστόσο αυτό δεν συνέβαινε. Πάνω στους ώμους τους, πάνω στους ώμους μας, γιατί δεν θέλω να εξαιρώ τον εαυτό μου, βάραινε πάντοτε υπέρμετρα η ιστορία, η τριβή με τα πράγματα, η συνείδηση, με την ευρεία σημασία του όρου. Βάραινε ακόμα το άχθος των προγονικών ονομάτων, και η επιθυμία να το φέρει κανείς αξιοπρεπώς. Μετά τη Γενιά του '30 και τους πρώτους Μεταπολεμικούς, η ελληνική ποίηση κουβαλάει τόσους τίτλους, τόση σοφία φιλολογική, τόσα αναγνωστικά προαπαιτούμενα, που ήταν ίσως επόμενο να βουλιάξει κάτω απ' τον όγκο τους.
Οι πιο γνωστοί, οι πιο διαβασμένοι ποιητές των τελευταίων δεκαετιών, η Κική Δημουλά, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Γιάννης Βαρβέρης είναι ποιητές βαθιά γεροντικοί, κατηφείς, συχνά γκρινιάρηδες. Δεν τους υποτιμώ κι ούτε ξεχνώ τί τους οφείλω, ωστόσο όταν μια τέχνη μπατάρει θεματικά, χάνει πολλή από την καθολικότητά της. Παύει ν' αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο και τον κόσμο στην ευρύτητά τους, περιχαρακώνεται, κλείνεται ανεπαισθήτως στα τείχη του εαυτού της.
Οι ποιητές των τελευταίων δεκαετιών μοιάζουν μ' εκείνα τα παράξενα γερασμένα παιδάκια του Καρυωτάκη, ντρέπονται να χαμογελάσουν. Κανείς απ' αυτούς δεν υπήρξε στ' αλήθεια ποιητής νεανικός, με την έννοια που υπήρξαν τέτοιοι, εφ' όρου ζωής, ο Αγγελος Σικελιανός λ.χ., ή ο Οδυσσέας Ελύτης.
Η νεανικότητα στην ποίηση είναι ό,τι πιο δύσκολο. Εχει να κάνει με την πηγαία χαρά της λέξης, με το κέφι του ανθρώπου που ξέρει ότι οι έρωτές του, άρα και η αγάπη του για τον λόγο, είναι τόσο δυνατοί που καμιά γκριμάτσα ποτέ δεν γίνεται να τους σκιάσει. Που δεν πολυσκοτίζεται για το σηκωμένο δάχτυλο των άλλων, ούτε πολυπαίρνει στα σοβαρά τη βαριά τους πείρα. «Η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο», γράφει κάπου ο Ελύτης, και αυτόν τον απίθανα διεισδυτικό στίχο θα χρειαστούν χρόνια πολλά ώσπου η γηραλέα μας κριτική να τον πάρει είδηση.
Η νεανικότητα στην ποίηση δεν είναι αφέλεια. Είναι το αντίθετό της. Είναι εκείνη η σπάνια ισορροπία ανάμεσα στην υποψία και την αθωότητα, που αρνείται να θυσιάσει στην πρώτη τον τρυφερό λαιμό της δεύτερης. Ο ποιητής χρειάζεται την αθωότητα και την υποψία εξίσου, λέει ένας Αμερικάνος συνάδελφος, και την αθωότητα αυτή, το κέφι εντέλει του να 'σαι ζωντανός, που άδικα τα αναζητώ στους περισσότερους ποιητές, στα περισσότερα έντυπά μας, στο περιοδικό σας, αυτή την αθωότητα, αυτό το κέφι, ναι, υπάρχουν στιγμές που τα βρίσκω.
:::
Το δεύτερο πράγμα που βρίσκω, ίσως κι από το πρώτο πιο σημαντικό, είναι η συλλογικότητα. Τα πρώτα σας τεύχη δεν σήκωναν σχόλια. Αυτό εδώ, το κοινούργιο, απέχει μίλια ολόκληρα, επιτρέπει, για την ακρίβεια: επιζητεί, την αποτίμηση και την κρίση. Κι αυτή η κρίση δεν μπορεί να μη σταθεί στον όγκο της εργασίας που καταθέσατε, και που είναι ορατός διά γυμνού οφθαλμού. Δεν είναι μόνο τα κείμενα που δηλωμένα προέκυψαν από συνεργασία. Ολο το περιοδικό ζει και μαρτυρεί ότι είναι εγχείρημα ομαδικό.
Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχει να συμβεί κάτι ανάλογο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες είναι έργα για σολίστα - το πολύ για δύο ή τρεις εκτελεστές. Περιεχόμενο έχουν μια πανσπερμία γνωμών και απόψεων, παρά τάσεις και ρεύματα διακριτά. Γι' αυτό κι ενώ πλεονεκτούν σε ευελιξία και πολυμέρεια, μειονεκτούν σε εμβρίθεια και βάθος. Τον πραγματικό διάλογο τον εξασφαλίζει μόνο μια κάποια αρχική σύμπλευση των διαλεγομένων. Είναι η συμπάθεια που κάνει τα ερωτήματα κοινά και στρέφει τα μάτια στην ίδια κατεύθυνση. Κι ακόμη, η φιλία. Τη σύμπνοια της παρέας των Σημειώσεων, λ.χ., κανένα άλλο περιοδικό στην Ελλάδα δεν την έχει.
Δεν έχετε βέβαια φτάσει σ' αυτό το σημείο, της ώσμωσης. Κι ούτε είναι εύκολο. Οσο μπορώ να το πω, είσαστε άνθρωποι ολότελα διαφορετικοί μεταξύ σας. Αν επιμείνετε ωστόσο, αν δεν σας πάρουν τ' αυτιά οι σειρήνες του εγώ, αν στη ρεσεψιόν σας δεν αρχίσουν να συχνάζουν οι πάντες, αν μείνετε δύσκολοι και εκλεκτικοί, κι εσείς και οι αναγνώστες σας θα δρέψετε κάποια στιγμή τους καρπούς.
Οταν πρωτόπιασα στα χέρια μου το περιοδικό σας, το ξέρετε, είχα άλλη γνώμη. Εβλεπα ότι η αξία των γραπτών σας αθροιζόμενη εκεί, έβγαζε νούμερο πολύ κατώτερο του προσδοκώμενου. Και δεν έβλεπα λόγο να υπάρχει μια σπείρα που αντί ν' ανυψώνει, παρασύρει ομαδόν προς τα κάτω. Τώρα, φυλλομετρώντας το έτσι φρεσκοτυπωμένο στα χέρια μου, βλέπω ότι βιάστηκα. Χαίρομαι που έχω την αφορμή να το πω.