Πίναμε στο «Φίλιον» με τον Ηλία Λάγιο, και σε παρακείμενο τραπέζιον ποιητίσκος τις ορέγετο ολίγον από της κοινής μεθέξεως, άμα και φιλίας, εμού και του Ηλία. Αλλά το θάρρος δεν ενεύρισκε εις του καφέ τον πάτο, όπως αυθορμήτως δήθεν συναφθεί εις την ομήγυρή μας, ότι κι εγώ σκαιώς τον εθεώρην, αλλά κι ο φίλος μου το όνομα αυτού είχε καταστήσει, νυν και αεί, εν τοις ποιήμασι, ομώνυμο του «Τάδε».
Του χρόνου όμως προϊόντος, η φούσκα του Ηλία φούσκωσε πολύ, κι αύθις κατέβη στο υπόγειο να την ανακουφίσει. Ανακουφίσθηκε δεόντως, αλλά, ανεβαίνοντας τις σκάλες, ο ποιητίσκος τον περίμενε, ωσί μωρά παρθένος. Φιλία του εζήτησε, στο μέσον 'κεί της κλίμακος, με μύριες υποσχέσεις. Ο Λάγιος τον προσπέρασε, μειδιών αδιαφόρως, και πάλιν στο φως ευρέθη, σχοινοτενείς να συνεχίσουμε, δρόμους της ποιήσεως και της αλκοόλης.
-Αν ήτο και γυνή, μου λέει διηγώντας το φαιδρό, πρόθυμη θα εφέρετο και προς πεολειξία, εν μέσω εκεί της κλίμακος! Τόσον με επεπεπόθη.
Τώρα, μήτε γυνή, μήτε και ποιητής εισέτι, υβρίζει κι αλυχτάει περιδεής στο δάσος, και επί δένδρων ξηρών, εκ του καιρού πεσόντων, τις νύχτες του περνάει.
kvoulgar@otenet.gr